Κυψέλη, Φεβρουάριος 2012, 0°C


Γυρνώντας χτες λίγο πριν τα μεσάνυχτα μετά από την παρουσίαση κι αφού είχαμε πάει με το αυτοκίνητο ως τη Νέα Ιωνία για να αφήσουμε μια φίλη, βλέπουμε στο βάθος της πολυκατοικίας ένα χέρι να κρύβεται στο ντουλάπι-αποθήκη κάτω από το κλιμακοστάσιο και μετά ησυχία. Τα φώτα είναι αναμμένα. Μου φαίνεται απίστευτο. Είναι άνθρωπος εκεί μέσα; Και τί κάνει; Δεν έχει περάσει καιρός από την τελευταία ληστεία στον ηλικιωμένο καθηγητή του πέμπτου, έναν κοσμοπολίτη Ουάιλντ που δίδασκε στη Χαϊδελβέργη. Όσα διαμερίσματα δεν έχουν πόρτα ασφαλείας τα έχουν ανοίξει, ενώ τον τελευταίο μήνα τα υπόγεια υπενοικιάζονται. Οι έλληνες ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων δηλώνουν πως δεν ενδιαφέρονται αν μένει ένας ή δέκα εφόσον αυτοί πληρώνονται. Ο ιδιοκτήτης δε στο διαμέρισμα του καθηγητή αρνήθηκε να αλλάξει την σπασμένη πόρτα και ο κύριος Γ. σκέφτεται να μαζέψει την αλληλογραφία του και να επιστρέψει μετά από δεκαετίες στην αδερφή του, στην Πάτρα. Αλλά, αυτός ο εκπληκτικός άνθρωπος, ένας μάστερ των διαφορικών εξισώσεων, είναι άλλη ιστορία. Ανεβαίνουμε πάνω, η Βάσια μού λεει να προσέξω. Χτυπώ στον διαχειριστή. Κατεβαίνουμε. Μέσα στο ντουλάπι, πάνω στα κουτιά με τα χριστουγεννιάτικά είναι κουλουριασμένος ένας τύπος. “Τί κάνεις εδώ;” Δείχνει ακίνδυνος, μιλάει ελάχιστα ελληνικά και λίγα αγγλικά. 


Από το ισόγειο όπου μένουν οι Λιβεριανοί (άλλη ιστορία αυτοί οι ευγενικοί Μπομπ Μάρλεϋ) βγαίνουν να δουν, δείχνουν έκπληκτοι, δεν τον ξέρουμε λένε, στα άλλα διαμερίσματα δύο οικογενειών Αλβανών τα φώτα ανοίγουν αλλά κανείς δεν βγαίνει. “Όχι αστυνομία, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ”, λεει ο νεαρός, μάλλον Αιθίοπας, που δεν δείχνει ιδιαίτερα ταλαιπωρημένος αλλά είναι κατατρομαγμένος και δεν προσπαθεί καν να τρέξει να φύγει. Ο διαχειριστής παίρνει την αστυνομία όσο μιλάει με τους Λιβεριανούς. Σε ελάχιστα λεπτά έρχεται ένα περιπολικό με τρεις μπάτσους στην ηλικία του Α. Οι Λιβεριανοί έχουν ξαναμπεί στο διαμέρισμά τους. Τον ρωτούν αν έχει χαρτιά και πώς βρέθηκε εδώ. Πρώτη έκπληξη: Ο επικεφαλής της ομάδας ξέρει πολύ καλά αγγλικά αλλά δεν του χρειάζονται. Ο Α. βγάζει τα χαρτιά του. Έχει ένα σακίδιο και μια σακούλα σουπερμάρκετ με εσώρουχα. “Πού είναι το σπίτι σου;” Ήρθε από την Θράκη, λεει. “Τράκι”. Σήμερα έφτασε με το λεωφορείο και κάπου σ’ αυτόν τον δρόμο μένουν οι φίλοι του, έτσι του ‘παν. Βρήκε ανοιχτά και μπήκε. Ο Α. λεει μπος αντί για bus και ο αστυνομικός προς στιγμήν αλαφιάζει. Ήρθε από τη Θράκη με το μπος στους φίλους του. “Σ’ αυτόν τον δρόμο; Τηλέφωνο έχουν; Δεν μπορείς να μείνεις εδώ”. Το εδώ είναι ένα ντουλάπι με χριστουγεννιάτικα. Στην πολυκατοικία υπάρχουν τρία διαμερίσματα άδεια, οι γέροι ένας ένας φεύγουν. Η μία γριά πέθανε κανα τρίμηνο πριν στα ενενήντα της και η κόρη της που μένει αλλού θέλει να το πουλήσει για να βρει ισόγειο που θα βολεύει την ανάπηρη εγγονή. Αλλά κανείς δεν αγοράζει εδώ. Άλλη ιστορία. 


Δεύτερη έκπληξη: οι δυο μπάτσοι είναι φιλικοί και έχουν πάρει μια γκριμάτσα απογοήτευσης. Ο τρίτος έχει το νου του στο περιπολικό. Τους ρωτάω αν μπορούν να τον πάνε στις δυο Λέσχες Φιλίας. Ο επικεφαλής μού λεει ότι δεν έχουν χώρο. Ο δεύτερος μιλάει στο τηλέφωνο με το Τμήμα και λεει “αναγκαστικά εκεί”. Στον ασύρματο του τρίτου ακούγονται ανά δέκα δευτερόλεπτα, οικογένεια κλεισμένη στο Παγκράτι, ληστεία Μαρκόπουλο και καμιά ντουζίνα άλλα που έμοιαζαν ρουτίνα. “Επειδή έξω έχει κρύο θα έρθεις μαζί μας στο τμήμα να μείνεις το βράδυ, εντάξει;” Ο διαχειριστής ρωτάει τον επικεφαλής “σαν αστυνομία τί υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις; που θα μείνει;” Απαντάει “σαν άνθρωποι. Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε έξω”. Ο Α. έχει ηρεμήσει κάπως αλλά από την υπερένταση μπερδεύεται με τη σακούλα και κοιτάει στο ντουλάπι μήπως έχει ξεχάσει κάτι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ο άλλος αστυνομικός του τη μαζεύει, ρωτώντας “ok; Έχασες κάτι;” Βγάζω ό,τι είχα στην τσέπη δέκα δεκαπέντε ευρώ και τα δίνω στο διαχειριστή να τα δώσει στον Α. Τα ψιλά, κάτι δίευρα, τα είχαμε δώσει στη Σταδίου σε έναν άστεγο που ήρθε παραπατώντας από τον Ιανό, λέγοντας “πειναω” και στον τύπο που είχε στρώσει κουβέρτες έξω από την Εμπορική στην Κοραή και μια παρέα πριν απο μας μόλις του είχαν αφήσει δυο σάντουιτς. Τα τελευταία λεφτά μας.


 Ο Α. έχει την προσοχή του στον δεύτερο μπάτσο και στα πράγματά του, “οk”. Φαίνεται να νιώθει τα πάντα και τίποτα, ίσα που στέκεται, φοράει τζην και αθλητικό μπουφάν, τα μαλλιά του είναι ράστα. Γυρίζει και μου απλώνει το χέρι. Δυνατή χειραψία. “God bless you”, μού λεει, κάνοντας αυτή τη μικρή αγχωμένη κίνηση υπόκλισης και φεύγουν όλοι με σκυμμένα κεφάλια. Σκυμμένα, όμως. Δεν μάθαμε ποτέ το όνομά του. Ουίσκυ και περισυλλογή.


Το κείμενο είναι του Αδάμ. Θεώρησα ότι δεν έπρεπε να “ξεπεραστεί” ώς ένα απλό status update στο FB.Τού είχα πεί παλιότερα να φτιάξει ένα blog γιατί είναι κρίμα αυτά που γράφει να “χάνονται”.Δεν έφτιαξε.Μόνο που έφτιαξε μαζί με καμιά 20αριά άλλους ένα περιοδικό.


Η φωτογραφία είναι του Λεμονοστίφτη απο μια άλλη Κυψελιώτικη ιστορία.Το βίντεο το είχα βρεί πριν μερικούς μήνες στην Lifo.Ο τίτλος “Κυψέλη, Φεβρουάριος 2012, 0°C” δώθηκε απο εμένα.





Advertisements

2 thoughts on “Κυψέλη, Φεβρουάριος 2012, 0°C”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s