Τελεία.

Μια ιστορία του Bill Hunchback
Εκείνο το βράδυ κατηφόρισα προς το Ρόδον με τρία άτομα , τον Σκότ τον αμερικάνο που θα έφευγε μετά για πάντα από την Ελλάδα και την Έλλη που γεννήθηκε στην Αγγλία και θα έμενε μετά για πάντα στην Ελλάδα.Είχαμε πιει πριν κάτι μπύρες σ’ένα παλιό φαστφουντάδικο στα κάτω Πατήσια και ξεκινήσαμε από νωρίς με μερικές ακόμη μπύρες σε μια μπλε σακούλα κρεοπωλείου να περπατάμε όλους τους δρόμους με τα πόδια.Στον δρόμο σαχλαμαρίζαμε εγκεφαλικά συνδυάζοντας ασυναίσθητα τα του κινηματογράφου μας, όπως τα φτύνει από το υποσυνείδητο εν είδει χιούμορ, το ελαφρύ ζάλισμα από το αλκοόλ.” Έλα ρε θα παίξουμε και στα μούβις” ήταν η ατάκα του Σπυριδάκη από την Γλυκιά Συμμορία και πετάχτηκε από μέσα μας γιατί κάπου είχαμε ακούσει πως ο Νίκος Τριανταφυλλίδης θα είχε κάμερες μέσα, για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ. Ο Σκότ έλεγε την ατάκα ως την λέξη “μουβις” με μια σπαστή αστεία προφορά που ερχόταν σε αντίθεση με την “αψογότητα” της αμερικάνικης λέξης, γιατί δεν ήξερε ελληνικά , μόνο έλεγε με πάθος και πολλές φορές ότι του μαθαίναμε εμείς, από την στιγμή που αποφασίσαμε κάνα δυο χρόνια πίσω, να διευρύνουμε την φιλολογία του πέραν της λέξης “malakas” που είχε μάθει εύκολα.Ο Σκότ έπαιζε electronica αλλά άκουγε Jazz , εγώ έπαιζα rock n roll αλλά άκουγα ΚΑΙ electronica και η Έλλη έστηνε rave parties στο Λονδίνο μα έπαιζε hardcore punk.Σε αλκοολικές εκρήξεις φιλοσοφικής σοβαρότητας, αναρωτιόμασταν πως θα σκέπτονταν η μουσική βιομηχανία, για έναν τύπο σαν τον Screaming Jay, που δεν μπορούσε να τον κατατάξει σε κανένα μουσικό είδος αμιγώς. Αργότερα στο ντοκυμαντέρ έμαθα πως είχε τραγουδήσει και όπερα κι ήταν τ’ όνειρό του να το κάνει μπροστά σε κοινό.
Ο χώρος ήταν γεμάτος.Το γέμισμα δεν προέρχονταν από αυτό που λέμε σήμερα promotion.Public Relations. Προέρχονταν από τον σεβασμό για την μουσική του και την μούρη του στις αφίσες και προέρχονταν από το καταφύγιο που πρόσφερε η μουσική του ιδεολογία τόσα χρόνια, χωρίς καμία προδοσία. Μέσα , μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο σεβασμός προέρχονταν κι από το πάθος του και την φροντίδα του στην μουσική.Κι αυτή όμως κράτησε τον λόγο της και του εξαφάνισε την ηλικία χωρίς μπότοξ μότοξ κι άλλα σκυλάδικα. Μας ξεθέωσε ο τύπος χωρίς διάλειμμα ” εμείς παίζουμε ροκενρόλ” είπε….” θα τα παίξουμε όλα τώρα δεν θα κρυφτούμε στα παρασκήνια για να μας παρακαλέσετε να ξαναβγούμε” κι έπαιξε ΟΛΑ του τα κομμάτια. Έταξε πως θα ξανάρθει στην Ελλάδα και τάξαμε μεταξύ μας με τον Σκότ και την Έλλη, πως όπου και να είμαστε, σε αυτό το μελλοντικό λάϊβ θα ξαναβρεθούμε. “Ναι;” “Ναι!” “Yes?” Yes!” και συνεχίσαμε ανέμελα τις μπύρες.
Την επόμενη χρονιά ο Σκότ είχε φύγει για πάντα από την Ελλάδα, η Έλλη είχε φύγει τελικά για πάντα από την Ευρώπη κι ο Screaming Jay είχε φύγει για πάντα τελεία… κι ούτε που τους ξαναείδα.
Ο θάνατος κι ένα ανεπίστρεπτο ταξίδι – μου πήρε ένα χρόνο να καταλάβω- είναι περίπου το ίδιο πράγμα ,αρκεί να φυλάς καλά τα ίχνη πριν την εκκίνηση, μέσα σου.
 —
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s