Category Archives: Bill Hunchback

Πανκς Τανκς

fuck_censorship_25mm_badge_xlΜια ιστορία του Bill Hunchback

Χθες γυρίζοντας από την εκπομπή και τις μπύρες μετά, που είχαν έναν εποικοδομητικό με την έννοια της κουβέντας για τη μουσική, την τέχνη και την ελπίδα, χαρακτήρα, συνάντησα στο δρόμο τυχαία το Δημήτρη τον Τανκς. Τον λέγαμε έτσι -πίσω τότε- γιατί σε μια αλλοφρονούσα γριά που είχε ρωτήσει αν ήμασταν Πανκς είχε απαντήσει πως “όχι είμαστε Τανκς”.

Για να είμαι ειλικρινής νόμιζα ότι έχει φύγει στο εξωτερικό ή οτι τον πάτησε κάνα μηχανάκι τόσον καιρό που είχα να τον δω.Μετά την κουβέντα με τα παιδιά στις μπύρες το θεώρησα κάτι σαν οιωνό που έλεγαν και οι Ιροκουά.
-Τι κάνεις ρε με θυμάσαι;
-Ωπ τι έγινε Μπίλλυ; πως πάει ρε ; χρόνια και ζαμάνια.Δεν έρχεσαι Κυψέλη πια έ;
-Γιατί ρε που να έρθω Κυψέλη;
-Χαχαχα δίκιο έχεις το είπα γενικώς …Εγώ εδώ .Μέσα στα γκαράζ με κάτι φίλους βαράμε κλαπατσίμπαλα. Εσυ;
-Εγώ εκεί. Έξω. Βαράω κλαπατσίμπαλα.
-Καλύτερα έξω φίλε.Έχει άλλον αέρα, βλέπεις πως ζει ο κόσμος.
-Καλύτερα μέσα φίλε.Επιλέγεις τον αέρα.Δε σ’ επηρεάζει το πως ζει ο κόσμος.
Είπαμε κι άλλα τέτοια στηρικτικά για τη ζωή του καθενός και χωρίσαμε, μα δεν πέρασαν 5 λεπτά ώσπου ν’ ακούσω τις μπότες να χτυπούν σαν κλαπατσίμπαλα στο δρόμο.
Ήταν ο Τανκς που έτρεχε πίσω μου.
“Μάστορα πιάσε αυτό.Τα καταλαβαίνεις εσύ αυτά” μου είπε και μου έδωσε μια κονκάρδα.
“Είτε μέσα είτε έξω, σημασία έχει να μην καταφέρουν να κόψουν τα λόγια σου.Γεια χαρά ρε, θα τα πούμε, χάρηκα.”
Είπε κι έφυγε γκαπαγκούπα όπως ήρθε.
Στα χέρια μου κοίταξα τη “μπαρουτοκαπνισμένη” κονκάρδα.
“Fuck Censorship” έγραφε.
Έχω μια ίδια
Τώρα έχω δύο.

Τελεία.

Μια ιστορία του Bill Hunchback
Εκείνο το βράδυ κατηφόρισα προς το Ρόδον με τρία άτομα , τον Σκότ τον αμερικάνο που θα έφευγε μετά για πάντα από την Ελλάδα και την Έλλη που γεννήθηκε στην Αγγλία και θα έμενε μετά για πάντα στην Ελλάδα.Είχαμε πιει πριν κάτι μπύρες σ’ένα παλιό φαστφουντάδικο στα κάτω Πατήσια και ξεκινήσαμε από νωρίς με μερικές ακόμη μπύρες σε μια μπλε σακούλα κρεοπωλείου να περπατάμε όλους τους δρόμους με τα πόδια.Στον δρόμο σαχλαμαρίζαμε εγκεφαλικά συνδυάζοντας ασυναίσθητα τα του κινηματογράφου μας, όπως τα φτύνει από το υποσυνείδητο εν είδει χιούμορ, το ελαφρύ ζάλισμα από το αλκοόλ.” Έλα ρε θα παίξουμε και στα μούβις” ήταν η ατάκα του Σπυριδάκη από την Γλυκιά Συμμορία και πετάχτηκε από μέσα μας γιατί κάπου είχαμε ακούσει πως ο Νίκος Τριανταφυλλίδης θα είχε κάμερες μέσα, για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ. Ο Σκότ έλεγε την ατάκα ως την λέξη “μουβις” με μια σπαστή αστεία προφορά που ερχόταν σε αντίθεση με την “αψογότητα” της αμερικάνικης λέξης, γιατί δεν ήξερε ελληνικά , μόνο έλεγε με πάθος και πολλές φορές ότι του μαθαίναμε εμείς, από την στιγμή που αποφασίσαμε κάνα δυο χρόνια πίσω, να διευρύνουμε την φιλολογία του πέραν της λέξης “malakas” που είχε μάθει εύκολα.Ο Σκότ έπαιζε electronica αλλά άκουγε Jazz , εγώ έπαιζα rock n roll αλλά άκουγα ΚΑΙ electronica και η Έλλη έστηνε rave parties στο Λονδίνο μα έπαιζε hardcore punk.Σε αλκοολικές εκρήξεις φιλοσοφικής σοβαρότητας, αναρωτιόμασταν πως θα σκέπτονταν η μουσική βιομηχανία, για έναν τύπο σαν τον Screaming Jay, που δεν μπορούσε να τον κατατάξει σε κανένα μουσικό είδος αμιγώς. Αργότερα στο ντοκυμαντέρ έμαθα πως είχε τραγουδήσει και όπερα κι ήταν τ’ όνειρό του να το κάνει μπροστά σε κοινό.
Ο χώρος ήταν γεμάτος.Το γέμισμα δεν προέρχονταν από αυτό που λέμε σήμερα promotion.Public Relations. Προέρχονταν από τον σεβασμό για την μουσική του και την μούρη του στις αφίσες και προέρχονταν από το καταφύγιο που πρόσφερε η μουσική του ιδεολογία τόσα χρόνια, χωρίς καμία προδοσία. Μέσα , μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο σεβασμός προέρχονταν κι από το πάθος του και την φροντίδα του στην μουσική.Κι αυτή όμως κράτησε τον λόγο της και του εξαφάνισε την ηλικία χωρίς μπότοξ μότοξ κι άλλα σκυλάδικα. Μας ξεθέωσε ο τύπος χωρίς διάλειμμα ” εμείς παίζουμε ροκενρόλ” είπε….” θα τα παίξουμε όλα τώρα δεν θα κρυφτούμε στα παρασκήνια για να μας παρακαλέσετε να ξαναβγούμε” κι έπαιξε ΟΛΑ του τα κομμάτια. Έταξε πως θα ξανάρθει στην Ελλάδα και τάξαμε μεταξύ μας με τον Σκότ και την Έλλη, πως όπου και να είμαστε, σε αυτό το μελλοντικό λάϊβ θα ξαναβρεθούμε. “Ναι;” “Ναι!” “Yes?” Yes!” και συνεχίσαμε ανέμελα τις μπύρες.
Την επόμενη χρονιά ο Σκότ είχε φύγει για πάντα από την Ελλάδα, η Έλλη είχε φύγει τελικά για πάντα από την Ευρώπη κι ο Screaming Jay είχε φύγει για πάντα τελεία… κι ούτε που τους ξαναείδα.
Ο θάνατος κι ένα ανεπίστρεπτο ταξίδι – μου πήρε ένα χρόνο να καταλάβω- είναι περίπου το ίδιο πράγμα ,αρκεί να φυλάς καλά τα ίχνη πριν την εκκίνηση, μέσα σου.
 —

Motorhead, Athens 1988

Μια ιστορία του Bill Hunchback
“Ήταν το πρώτο λάϊβ τους στην Ελλάδα το ’86*. Ήθελα πάρα πολύ να τους δω μα φράγκα δεν υπήρχαν για δείγμα.Αποφάσισα λοιπόν χωρίς λόγο να κατηφορίσω από το Σπόρτινγκ μέρα μεσημέρι μπας και βρω καμιά τρύπα να χωθώ και να κάτσω εκεί ως το βράδυ της πρώτης μέρας, Μάρτης μήνας, πρώτες ζέστες, μια χαρά.Την ώρα που έφθασα έκαναν sound check και μπορούσες να το δείς από την πόρτα που είναι στο πλαϊνό δρομάκι που οδηγεί στον σταθμό του τρένου.Γύρω γύρω δεν υπήρχαν άλλοι fans υπήρχαν μόνο αποσβολωμένοι “γειτόνοι” που κοιτούσαν μουρμουρίζοντας μια μπάντα που τους φαίνονταν εξωγήινη μα εργαζόταν εντελώς επαγγελματικά για πολύ ώρα.Δεν είχαν τι να πουν φωναχτά…Εγώ στην σκηνή τους έβλεπα προφίλ και σιγά σιγά ξέχασα τον λόγο για τον οποίον ήμουν εκεί απολαμβάνοντας μια ιδιωτική σχεδόν-συναυλία με τα κοψίματα και τις βρισιές και τις πιο προσωπικές στιγμές μιας μπάντας που γούσταρα.Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν παρατήρησα τον Lemmy να με κοιτάζει πλαγίως κάτω από το καουμπόϊκο καπέλο του, την ώρα που ‘φτύνε τους στίχους στο μικρόφωνο. Κοίταξα δεξιά κι αριστερά πάνω απ τους ώμους μου.Δεν υπήρχαν άλλοι, ούτε καν οι γείτονες πια. Σε μια παύση μου έκανε νόημα να πλησιάσω.Τρέμοντας μπήκα στο γήπεδο και μετά από προτροπή του και γέλια από τους άλλους ανέβηκα στο stage.”Τι κάνεις εδώ πιτσιρικά;” “Σας βλέπω” “Μόνος σου;” “Μόνος μου” ” Και που είναι η κυρία;” “Δεν υπάρχει κυρία” “Ε πάρε αυτό για να υπάρξει. Ξέρεις σε κάθε κυρία πρέπει να φέρεσαι σα να είναι μοναδική” κι έκανε ένα έτσι και ξεκάρφωσε από το καπέλο του μια μώβ κονκάρδα που έγραφε “Come to me my monumental baby” .Mου την έδωσε στο χέρι που έτρεμε αλλά δεν ήθελε να το δείξει και το έκλεισε με το αριστερό του.”Εισιτήριο έχεις θα ρθείς το βράδυ;” “Δεν έχω φράγκα είπα μα θα δώ “.Φώναξε στα ελληνικά κάποιον Θανάση και μου ξηγήθηκε ένα σημείωμα που ήταν σαν εισιτήριο.” Κάντηνε τώρα” μου είπε πριν προλάβω να ευχαριστήσω και γελούσε.Το σημείωμα-εισιτήριο μου το κράτησαν στην πόρτα.Τις προάλλες όμως που έβλεπα στο ντοκυμαντέρ Lemmy πως δήλωνε ότι θυμάται την εποχή πριν το ΡοκΕνΡολ έψαξα , βρήκα την μώβ κονκάρδα, την κράτησα στο χέρι μου για λίγο και κατάλαβα γιατί.”

*Ο φίλος Bill θυμάται λάθος την ημερομηνία, η πρώτη συναυλία των Motorhead στην Αθήνα λαμβάνει χώρα τον Μάρτη του 1988

Dead Moon – Last Drive – Honeydive (& Chuck Prophet At The End)

Μια ιστορία του Bill Hunchback

 
Όταν κατηφόριζα τα σκαλιά του υπογείου εκείνο το βράδυ δεν ήξερα ακριβώς τι θα δω αν και τους Dead Moon τους γνώριζα καλά και είχα δεί όλα τα υπόλοιπα λαιβ τους απλά ήμουν αρκετά ζαλισμένος από τις μπύρες που πίναμε πριν με τον Fred και τον Andrew κάπου στο μοναστηράκι μέχρι να μας συναντήσει η Toody και το αποτελειώσουμε. Έτσι κι αλλιώς οι Αμερικάνοι μας είχαν δείξει φανερά κι είχαν ταιριάξει με τους δικούς μας πως το φρενιασμένο ροκενρολ δεν είναι μικρόφωνα και ψηφία είναι πάθος και το πάθος καμιά επόμενη φορά δεν είναι ξεπατικωτούρα με την προηγούμενη.Εκείνη την βραδιά ο συνδυασμός ήταν σαν να στουμπώνεις σ ένα δοχείο υδροχλωρικό οξύ , το θειικό οξύ και το νιτρικό οξύ.Honey Dive Last Drive και Dead Moon δηλαδή. Διάβολε θα κάνει έκρηξη.Την ίδια βραδιά έπαιζε κι ο Chuck Prophet στο Ρόδον και ψηνόμουν να τον δω μα πως να το πεις ήμουν μεταξύ σφύρας και άκμονος κι επέλεξα τον άκμονα.Που να φανταστώ οτι θα βίωνα και τα δύο…Όλο το μεσημέρι κάναμε πλάκα με την πιο διάσημη ελληνική λέξη κι εγω φιλολογούσα προσπαθώντας να εξηγήσω πως δεν σημαίνει ακριβώς asshole μα ούτε και πάντοτε wanker κι οι άλλοι γελούσαν.Το βραδινό ήταν εκτός ορίων κι αυτά τα περάσματα των ορίων είναι καλό να μην περιγράφονται είναι καλό να βιώνονται και ν αλλάζουν του καθενός την ζωή με τον οποιοδήποτε τρόπο.Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ αργά το βράδυ που ήρθε ο Chuck Prophet να τζαμάρει με τα παιδιά στην υπόγα το σκύψιμο του Fred στο αυτί μου την ώρα που ο Chuck δεν άφηνε χώρο σολάροντας δεινοσαυρικά ,στον Γιώργο τον Καρανικόλα να ρίξει τις κιθαριές του.Το ψιθύρισμα του έλεγε “Now i know what the word malakas means”

H πρώτη φορά που είδα τους Cramps ζωντανά,δεν ήταν αυτή.

Μια ιστορία του Bill Hunchback
H πρώτη φορά που είδα τους Cramps ζωντανά,δεν ήταν αυτή.Ήταν το 91 στο Ιβανώφειο στην Θεσσαλονίκη.Πρώτα έπαιξαν εκεί και μετά στην Αθήνα το 91.Το λαιβ της Θεσσαλονίκης ήταν πολύ πιο άγριο και νομίζω πως μπορώ να το πω διότι ήμουν από τους ελάχιστους που γνωρίζω πως τους ακολούθησαν για να δουν και τα δύο.Στην Θεσσαλονίκη όλο το stage προς το τέλος του σετ τους ήταν ένα πεδίο μάχης με τον Lux να έχει ανοίξει τρύπα στο κέντρο της ξύλινης σκηνής και να έχει μπει μέσα έχοντας καταπιεί το μικρόφωνο και βγάζοντας τα θρυλικά του ουρλιαχτά κυριολεκτικά από την κρύπτη.Παράλληλα έπινε κι ένα μεγάλο μπουκάλι φτηνό κόκκινο Apelia γνωστό κρασί σ όσους δεν είχαμε φράγκα για ξίδια τότε.Μετά το λαιβ πάντως όταν κατάφερα να τους μιλήσω (στον Lux και την Poison Ivy ) σαν μια μικρή συνέντευξη για το Radio Acropolis FM στο οποίο έκανα εκπομπές τότε και οι δύο ήταν ήρεμοι κι ευγενικοί ικανοποιώντας ακόμη και την σχεδόν αγενή απαίτησή μου να μου δείξουν φωτογραφία απο το σπίτι τους με τα αντικείμενα όχι πάνω από την δεκαετία του ’60. Ήταν αλήθεια.Ακόμη και η τηλεόραση ήταν οβάλ με το ηχείο από κάτω.Αυτές οι παλιές General Electric. Όταν ξεκίνησε το live της Θεσσαλονίκης το ’91 άφησε ένα λεπτό αμηχανίας γιατί μέσα στην έδρα του Ηρακλή η μπάντα ξεκίνησε με το G13 γραμμένο στην μεμβράνη της μπότας των ντράμς …όμως μετά από αυτό το κλάσμα όλοι κυλίστηκαν στην σκόνη του ροκενρολ που ενώνει.Δεν μπορούσα να μην τους ακολουθήσω στην Αθήνα τότε.Δυστυχώς εισιτήρια δεν μου έμειναν γιατί στην Θεσσαλονίκη μπήκα με καβαλήματα και στην Αθήνα με σκούντημα στην πλάτη.Μετά από μερικά χρόνια όμως το 98 μου έμεινε και το απόκομμα του εισιτηρίου και η μάσκα με το φερμουάρ στο στόμα που ‘σκασε στα πόδια μου όταν την πέταξε ο Lux still alive.
 
 

Παλιατζέλβις

“Τη φωτό την τράβηξα έξω από το Anandele hotel στο Sydney μετά από την συνέντευξη με τους Dubrovniks , δεξιά ο μπασίστας τους Boris Sudjovic (Scientists , Beasts of bourbon ) και αριστερά ο παλιατζής φίλος ο Elvis που στην συναυλία τους στο Ρόδον πούλαγε τα μπλουζάκια στον προθάλαμο….Μετά πήγαμε στο σπίτι του Boris για λίγες ακόμα μπύρες και μετά …………..ήρθε ο Paul και με φόρτωσε για να με πάει στο σπίτι που έμενα……..”

Την φωτογραφία ανέβασε στο facebook o Βασίλης και το κείμενο ο Δημήτρης που είχε τραβήξει και τη φωτογραφία για λογαριασμό του B-Side Cultzine.Μιλάμε αυτά τα παιδιά έχουν μια μανία να αφήνουν να θάβονται όλα στον ορυμαγδό του facebook.Ε, όχι, αυτό παραήταν καλό.